Πρέπει να ήταν Οκτώβριος του 1992 κι εγώ διάβαζα ένα βιβλίο φαντασίας που ονομαζόταν “Τα Διόδια της Φαντασίας” του Νόρτον Τζάστερ, όταν επέστρεψε ο πατέρας μου από τη δουλειά και με ρώτησε αν θα ήθελα να πάμε μέχρι τα Macro στην Κωνσταντινουπόλεως, ένα σούπερ μάρκετ χονδρικής πώλησης. Δεν έχασα την ευκαιρία για βόλτα κι έτσι, μετά από λίγο, ο πατέρας μου γέμιζε το καρότσι του με προϊόντα, όσο εγώ κυκλοφορούσα στους διαδρόμους των παιχνιδιών. G. I. Joe, Transformers, Αγκαλίτσες, Bibi-Bo, όπλα Nerf… και τότε το μάτι μου έπεσε πάνω του.

Ήταν ένα κουτί που στα μάτια μου φάνταζε τεράστιο, με πανέμορφο artwork (ΒΑΡΒΑΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΘΙ, FUCK YEAAAAAH). Είχε τέρατα ζωγραφισμένα πάνω του, κάτι πρασινόδερμα πλάσματα με μυτερά δόντια, κάτι σκελετούς… Στην πάνω γωνία του έγραφε με μεγάλα χρυσά γράμματα Hero Quest (κίτρινα ήταν βέβαια, αλλά εγώ είχα πάθει κοκομπλόκο). Με χέρια που έτρεμαν κράτησα το βαρύ κουτί και το γύρισα ανάποδα – έπαθα ένα σοκ που είναι δύσκολο να περιγραφεί, καθώς έβλεπα τις δεκάδες πανέμορφες μινιατούρες και τις πολύχρωμες φωτογραφίες του παιχνιδιού.

Μου έγινε ψύχωση· ο πατέρας μου φυσικά δεν ήθελε ούτε να συζητήσει την πιθανότητα να μου το αγοράσει – κάτι οι διάολοι στο κουτί, κάτι η τσιμπημένη τιμή του (10.000 δραχμές τω καιρώ εκείνω), όλα έδειχναν ότι το Hero Quest θα έμπαινε στη λίστα των απωθημένων.
Fast forward: τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους (κι αφού είχα δει τη φοβερή διαφήμιση κάνα εκατομμύριο φορές στην τηλεόραση – κάθε φορά κι ένα στρίψιμο του μαχαιριού στην πληγή) η αγαπημένη μου νονά έκανε πραγματικότητα το όνειρό μου. Μετά τα καθιερωμένα γιορτινά ψώνια, επιστρέψαμε στο σπίτι μαζί με ένα κάρο σακούλες με ρούχα («who cares?» φάση) και το HERO QUEST (ΥΕΑΗ!)

Τι διάολο ήταν το Hero Quest, θα ρωτήσει κάποιο παιδί των ’00s. Θα καταπιώ τη, γεμάτη δηλητήριο, πρώτη σκέψη μου και θα κάνω ένα μικρό review:

Το Hero Quest ήταν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι περιπέτειας, που κυκλοφόρησε το 1989 από τη Milton Bradley σε συνεργασία με τη Games Workshop. Βασιζόταν χαλαρά στον κόσμο του Warhammer και ήταν τοποθετημένο σε ένα ψευδομεσαιωνικό σκηνικό, όπου οι ορδές του Χάους και οι δυνάμεις της Αυτοκρατορίας βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο. Οι πρωταγωνιστές ήταν τέσσερις Ήρωες (ο Βάρβαρος, ο Νάνος, ο Μάγος και το Στοιχειό), οι οποίοι αντιμετώπιζαν τις σατανικές στρατιές του Gamemaster (ο οποίος ονομαζόταν Μόρκαρ στην ευρωπαϊκή έκδοση και Ζάργκον στην αμερικάνικη).

Οι τέσσερις ‘Ηρωες

Τον στρατό του Μόρκαρ αποτελούσαν Δαιμονικά (Orcs), Καλικάντζαροι (Goblins), Ερπετά (Fimir), Πολεμιστές του Χάους (Chaos Warriors), Σκελετοί, Μούμιες, Ζόμπι, καθώς και ένας σκοτεινός Μάγος κι ένας Πέτρινος Δράκος (call me Gargoyle). Στο παιχνίδι μπορούσαν να συμμετέχουν 2 έως 5 άτομα.

Ο Κακός Μάγος
Ο στρατός των πρασινόδερμων
Ο στρατός των νεκροζώντανων
Ο Πέτρινος Δράκος (kagouras version)
Οι επίλεκτοι Πολεμιστές του Χάους

Φυσικά, μαζί με τις φιγούρες, το κουτί περιελάμβανε κι ένα σωρό καλούδια ακόμα: κάρτες, πλακίδια με παγίδες ή εμπόδια, καρτέλες με τα στοιχεία των Ηρώων, ένα πολύχρωμο ταμπλό με 22 δωμάτια, κλειστές και ανοιχτές πόρτες και… έπιπλα.

Ω ναι, τρισδιάστατα επιπλάκια από χαρτόνι και πλαστικό – μια πρωτοποριακή λεπτομέρεια που δεν συνάντησα παρά μόνο σε ελάχιστα άλλα παιχνίδια. Και ως μπόνους (γιατί αυτοί που το σχεδίασαν είχαν μεράκι κι αυτό φαινόταν) μικροσκοπικά κεριά, αρουραίοι και νεκροκεφαλές με τις οποίες μπορούσες να στολίσεις τα έπιπλα!

Τα επιπλάκια (τα συναρμολογούσες βάσει οδηγιών, κάνοντας εν αγνοία σου προπόνηση για τον καιρό που θα αγόραζες το νοικοκυριό σου από το ΙΚΕΑ)

Ένα από τα μεγάλα θετικά σημεία του παιχνιδιού ήταν το ότι δεν το βαριόσουν εύκολα – υπήρχε το Βιβλίο των Άθλων, στο οποίο εμπεριέχονταν 14 διαφορετικές αποστολές. Σε κάθε μια υπήρχε ένα κείμενο με τον στόχο των Ηρώων και διάφορες οδηγίες για τον παίκτη που έπαιζε τον Μόρκαρ, καθώς κι ένας χάρτης ο οποίος κατατόπιζε τον Gamemaster για το πώς θα στήσει το κάθε μπουντρούμι. Οι Ήρωες ξεκινούσαν από ένα συγκεκριμένο σημείο και ο χάρτης αποκαλυπτόταν σιγά-σιγά όσο προχωρούσαν, ανακαλύπτοντας θησαυρούς, παγίδες και τέρατα.

Υπήρχαν καθορισμένες ενέργειες που μπορούσε να κάνει ο κάθε Ήρωας: μπορούσε να κινηθεί (ρίχνοντας δυο απλά εξάπλευρα ζάρια) και είτε να επιτεθεί, είτε να ψάξει για θησαυρούς, είτε να ψάξει για παγίδες και μυστικά περάσματα, είτε να χρησιμοποιήσει μάγια. Τα τέρατα είχαν λιγότερες επιλογές: μπορούσαν να κινηθούν σε μια προκαθορισμένη απόσταση και να επιτεθούν – αλλά, μεταξύ μας, τι άλλο μπορεί να ήθελε ένα παιδί 10-11 χρονών; ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΤΕΡΑΤΑ, ΡΕ.

Εδώ ο Νάνος αντιμετωπίζει δύο Δαιμονικά, giving zero fucks

Και, μιας και λέμε για πόλεμο, η μάχη γινόταν με τον πιο απλό τρόπο: έριχνες έναν συγκεκριμένο αριθμό των ζαριών μάχης, προσπαθώντας να φέρεις όσο το δυνατόν περισσότερες νεκροκεφαλές. Ο αντίπαλος αμυνόταν προσπαθώντας να φέρει είτε την ασπίδα (αν ήταν Ήρωας) είτε το μαύρο κρανίο (αν ήταν τέρας).

Τα ζάρια μάχης

Κι όταν τέλειωναν οι αποστολές; Μα φυσικά ξεκινούσες από την αρχή! Τα μπουντρούμια ήταν αρκετά πολύπλοκα και σπάνια θα θυμόταν κάποιος παίκτης τον σωστό δρόμο για την ολοκλήρωση του εκάστοτε άθλου.
Η Games Workshop, βέβαια, διαπιστώνοντας την επιτυχία του παιχνιδιού, φρόντισε να κυκλοφορήσει 6 expansions, με νέους άθλους, νέα τέρατα, νέους χάρτες. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε μόνο το πρώτο (Ο Πύργος του Κέλαρ), αλλά στο εξωτερικό υπήρξαν ακόμα τα Return Of The Witch Lord, Against The Ogre Horde, Wizards Of Morcar, The Frozen Horror, The Mage Of The Mirror. Με θλίψη μου παραδέχομαι πως δεν είχα κανένα από αυτά (όταν ήμουν παιδί, χεχε).

Ο Βάρβαρος, έτοιμος να στείλει δύο Ζόμπι στους τάφους τους ξανά

Ήταν όλα ιδανικά; Όχι. Οι κανόνες είχαν κάποια κενά και οι σημερινοί οπαδοί των DnD δεν θα ενθουσιάζονταν και τόσο πολύ, λόγω της απλοϊκότητας του παιχνιδιού. Τότε, τι ήταν αυτό που έκανε το Hero Quest τόσο ξεχωριστό; Ίσως το ότι ήταν το πρώτο παιχνίδι το οποίο απευθυνόταν σε μικρότερες ηλικίες (από 10 και πάνω), με απλούς κανόνες κι εύκολο gameplay και φυσικά… με εκπληκτικές μινιατούρες. Ξόδεψα ατέλειωτες ώρες παίζοντας τον δικό μου «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» (προτού καν διαβάσω τα βιβλία), χρησιμοποιώντας τις φιγούρες σε αιματηρές μάχες σε φανταστικούς κόσμους. Αν υπήρξε ένα κομβικό σημείο στην έκρηξη της φαντασίας μου, ήταν σίγουρα η στιγμή που ανακάλυψα αυτό το παιχνίδι.

Το ταμπλό του παιχνιδιού

Και, ακόμα και τώρα, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, όταν έκατσα να παίξω ξανά μια παρτίδα (το παλιό μου αντίτυπο χάθηκε κάποια στιγμή στη μαύρη τρύπα που κατάπιε τα επιτραπέζια παιχνίδια της παιδικής μου ηλικίας), το μυαλό μου γέμισε με εικόνες ενός μαγικού, παραμυθένιου κόσμου – και ανακάλυψα πως θυμόμουν κάθε κανόνα απ’ έξω, σαν να ήμουν πάλι παιδί και σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από τότε που έκλεισα το κουτί.

Το μόνο που μένει πλέον είναι να βρω άλλους βλαμμένους σαν εμένα που να προτίθενται να παίξουν και τις αρχικές αποστολές ΚΑΙ τα έξι expansion που ξετρύπωσα με σκοτεινούς και ανήθικους τρόπους!

Τι; Το ξέρω πως δεν έχω ζωή

ΥΓ.: Κι αν δεν πειστήκατε από εμένα για τη γαματοσύνη του συγκεκριμένου παιχνιδιού, πάρτε κι αυτόν εδώ τον αδελφό εν όπλοις για τα περαιτέρω:

Επιμέλεια κειμένου: Χρύσα Βασιλείου

Photos : By Γιώργος Κωστόπουλος

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Προηγούμενο άρθροΝΙΚΗΤΕΣ
Επόμενο άρθροΗ Κέιτ Μόρτον στις εκδόσεις Λιβάνη.

Ο Γιώργος Κωστόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, ένα καλοκαίρι στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Νέα Σμύρνη, παίζοντας, ακούγοντας μουσική και διαβάζοντας ό,τι έπεφτε στα χέρια του.
Φανατικός αναγνώστης βιβλίων φαντασίας και τρόμου γενικότερα και λάτρης του Στίβεν Κινγκ ειδικότερα, αποφάσισε να καταγράψει κάποιους από τους εφιάλτες του με την μορφή μικρών ιστοριών και αργότερα να τις εξελίξει σε βιβλία, θέλοντας να μοιραστεί με αυτό τον τρόπο τα δυστοπικά τοπία των ονείρων του.

Απαντήστε στο θέμα

Σχολιάστε πρώτοι!

Ενημέρωση για
avatar
wpDiscuz