O Κώστας Σπρίντζιος μιλά στο Nikol’s Way!

199

Γνωρίσαμε τον συγγραφέα Κώστα Σπρίντζιο μέσα από το βιβλίο του «Για μια χαψιά ψωμί». Όντας πολυγραφότατος είχαμε την ευκαιρία να διαβάσουμε αρκετά από τα βιβλία του και θελήσαμε να μάθουμε περισσότερα για το συγγραφικό του έργο και τους χαρακτήρες των ηρώων που δημιούργησε. Τον ευχαριστούμε θερμά για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε.

Κύριε Σπρίντζιο είστε ένα πολυγραφότατος συγγραφέας. Ωστόσο η διλογία «Για μια χαψιά ψωμί» με πρωταγωνιστή τον Κοτσιούλα έχω την αίσθηση πως μπορεί να χαρακτηριστεί ως έργο ζωής για εσάς. Μιλήστε μας γι’ αυτό.

Δεν θα διαφωνούσα μαζί σας ότι ο Κοτσιούλας μαζί με την διαδρομή και την ψυχοσύνθεση του αποτελεί έργο ζωής για εμένα. Είναι ένα μυστήριο έως και ανεξήγητο θα έλεγα το πώς και γιατί σε μία μικρή ανθρώπινη κάστα ή ομάδα φυτρώνει ένας σπόρος που μπορεί να είχε φυτευτεί ίσως και πριν εκατοντάδες χρόνια, μέσω των αλυσίδων του DNA, σε κάποια πτυχή η γωνία της ανεξερεύνητες ψυχοσύνθεσης του ανθρώπου. Και κάποιο πρωί ο εγκέφαλος βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Μιας εγκυμοσύνης που δεν μοιάζει καθόλου με τις εγκυμοσύνες του ζωικού βασιλείου που έχουν μία προκαθορισμένη ημερομηνία σύλληψης και γέννησης. Η εγκυμοσύνη του εγκεφάλου μας είναι απροσδιορίστου χρόνου και κανένας δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει μία κυοφορία. Μπορεί η σύλληψη του εμβρύου να γίνει σήμερα και η γέννησή του να πραγματοποιηθεί μήνες μετά ή και χρόνια και όταν λέω χρόνια κυριολεκτώ. Ο εγκέφαλος κυοφορεί και γεννώνται λογοτεχνικά αριστουργήματα. Απαντώντας στο ερώτημά σας στο πως κάποια στιγμή γεννήθηκε ο ήρωάς μου ο Κοτσιούλας ή καλύτερα ο Κωνσταντίνος ούτε κι εγώ μπορώ να το εξηγήσω ολοκληρωτικά και κανονικά. Όταν πήρα μολύβι και άρχισα να γράφω έπρεπε να δώσω κάποια κάποιο όνομα στον ήρωά μου και κατέληξα αβίαστα ότι θα πρέπει να τον ονομάσω Κοτσιούλα, είναι χαϊδευτικό του Κωνσταντίνου που στα χωριά της περιοχής του κάτω Ολύμπου ήταν σύνηθες και αρκετά δημοφιλές. Μέχρι τα δέκα μου χρόνια ήταν και δικό μου όνομα και για να το μετατρέψω σε Κώστας έδωσα μάχες τόσο με τους γονείς και τα αδέλφια μου, όσο και με τον κόσμο. Έτσι, λοιπόν, το Κοτσιούλας έγινε Κώτσος στην αρχή και όταν σε ηλικία 13 χρόνων εγκαταστάθηκε η οικογένεια στην Κατερίνη δόθηκε μία καινούργια μάχη να γίνει Κώστας όπως και έγινε όχι όμως χωρίς κόπο. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τον ήρωά μου που έγιναν τέσσερις αλλαγές ή παραφράσεις στο όνομά του μέχρι να μετονομαστεί σε Κωνσταντίνος, που είναι και η καλύτερη εκδοχή του ονόματος. Έτσι, λοιπόν, συμφωνώ μαζί σας ότι η διλογία «Για μια χαψιά ψωμί» είναι πράγματι ένα έργο ζωής για εμένα, από πολλές απόψεις, όπως η καταγωγή του από το χωριό που γεννήθηκε, την πανέμορφη από γεωγραφικής άποψης περιοχή του Κάτω Ολύμπου που διαδραματίζονται τα συνταρακτικά γεγονότα που ένα μεγάλο κομμάτι τους το περιγράφω στην εκπληκτική ντοπιολαλιά που διδαχθήκαμε από τους γονείς και τους παππούδες μας, την οποία εγώ θεωρώ την καλύτερη εκδοχή της ελληνικής γλώσσας και νιώθω ευτυχής και καταγράφοντάς τη στην διλογία μου.

Ο Κοτσιούλας είναι ένας ξεχωριστός λογοτεχνικός ήρωας. Πόσο δεμένος είστε μαζί του; Πόσο εύκολο ήταν να γράψετε τη συνέχεια της ιστορίας του;

Ήταν εύκολο αλλά και δύσκολο να γράψω την ιστορία του. Γιατί; Επειδή ο συγγραφέας ξεκινάει με μία σκέψη ας πούμε ένα άδειο οικόπεδο στο οποίο προγραμματίζει να χτίσει ένα σπίτι. Για να γίνει αυτό χρειάζονται πάρα πολλά υλικά και αφού έχει προηγηθεί το σχέδιο και η στατική μελέτη ανέγερσης του σπιτιού θα αρχίσει ο μάστορας να τα μεταφέρει αρχίζοντας από τα θεμέλια σιγά-σιγά και να βάλει το κάθε υλικό στη θέση του. Στην οικοδόμηση, όμως, ενός πνευματικού παιδιού τα υλικά που μεταφέρονται στην καρότσα ενός φορτηγού είναι τα ίδια τα γράμματα της Ελληνικής αλφαβήτου. Όχι μόνο 24 αλλά εκατοντάδες από το κάθε γράμμα και ξεφορτώνει όπως τα χιλιάδες τούβλα στο εντελώς άδειο οικόπεδο, ανακατεμένα μεταξύ τους. Τώρα ο δημιουργός έχει τα δομικά υλικά σε αφθονία αλλά η διεργασία συναρμολόγησης είναι η πιο δύσκολη εργασία που θα πρέπει να γίνει πολλές φορές.
Επομένως, πρόκειται για μία πολύ δύσκολη και επίπονη δουλειά προκειμένου να χτίσεις έναν λογοτεχνικό ήρωα, όπως είναι ο Κοτσιούλας στην δική μου περίπτωση. Ομολογώ ότι δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα για να περιγράψω τη συγκλονιστική του διαδρομή από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι την ένδοξη κορύφωση του ως αστροφυσικού και την επιστροφή του στη γενέτειρά του. Γιατί όμως δεν δυσκολεύτηκα; Διότι ο ήρωάς μου δεν είναι κάποιος άγνωστος για εμένα. Ο ήρωας μου είμαι εγώ. Είναι ο εαυτός μου. Κατά συνέπεια η περιγραφή των σκηνών και των όσων βιώνει ο Κοτσιούλας στη φιλόξενη καλύβα του βοσκού οι ασταμάτητες ερωτήσεις στον φιλάνθρωπο παππού του για τη βροχή, τα Αστέρια, το Φεγγάρι, τον Ήλιο, το ζωικό βασίλειο και αναρίθμητα άλλα είναι συγκλονιστικές αλήθειες που από μικρός ζητούσα απαντήσεις. Μ ’αυτή την προϊπόθεση και έννοια δεν δυσκολεύτηκα πάρα πολύ περνώντας αλώβητο από τις συμπληγάδες πέτρες της ζωής τον ήρωά μου.

Διαβάζοντας κάποιος το σύνολο του έργου σας συνειδητοποιεί ότι αφιερώνετε σημαντικό χρόνο στην έρευνα. Είναι κάτι που το κάνετε σταδιακά με τη συγγραφή;

Ο κάθε δημιουργός ενός πνευματικού πονήματος που αποβλέπει στην
ποιότητα της δουλειάς του φυσικά και έχει αφιερώσει χρόνο στην έρευνα εφόσον αυτά που καταγράφει θέλει να είναι σοβαρά και τεκμηριωμένα. Όταν κάποιος αποφασίζει να εκτεθεί στο αναγνωστικό του κοινό θα πρέπει να είναι σοβαρός και προσεκτικός και να θεωρεί τιμή του που ένας συνάνθρωπός του τοποθετεί έστω μία νύχτα το βιβλίο του στο κομοδίνο του κρεβατιού του. Πρέπει να είναι προσεκτικός στο πως μεταφέρει τα μηνύματα στους αναγνώστες. Οφείλει να είναι ευγενικός, κατανοητός και περιγραφικός. Με απλά λόγια, για να επιτευχθεί ένα άριστο αποτέλεσμα χρειάζεται χρόνος και ενδελεχής έρευνα και όλα αυτά δεν γίνονται από τη μία μέρα στην άλλη. Για παράδειγμα «ο Θεσσαλικός Μεσαίωνας», ένα άλλο μου βιβλίο, δεν ήτανε μία εύκολη συγγραφική δουλειά. Χρειάστηκε να ανοίξω εφημερίδες, να ψάξω να διαβάσω βιβλία, να κατανοήσω την ανθρώπινη ψυχή για τα θύματα που περιγράφονται σε αυτό το βιβλίο αλλά και να ψυχαναλύσω την κοινή γνώμη των αναχρονιστικά σκεπτόμενων ανθρώπων της εποχής, σε αντιδιαστολή με την μετέπειτα συγγραφική μου δουλειά κατά την οποία ερεύνησα μία άλλη ιστορική περίοδο.

Μιλήστε μας για την επιλογή σας να χρησιμοποιήσετε ντοπιολαλιά στα κείμενα σας. Είναι εύκολο να διατηρήσετε μια γλωσσική ισορροπία;

Όσο για τη ντοπιολαλιά τη χρησιμοποιώ επιλεκτικά εκεί που θεωρώ κατάλληλο και το κάνω για να προσδώσω στα βιβλία μου αυθεντικότητα και χρονική ακρίβεια. Η ντοπιολαλιά έχει μια ιδιαίτερη γλύκα, καθώς είναι η μητρική μας γλώσσα που τόσο εύηχα και κατανοητά προφέρονταν από το γλυκύτατο στόμα της μάνας του κάθε ντόπιου κατοίκου των χωριών του Κάτω Ολύμπου και θα έλεγα ολόκληρης της Θεσσαλικής υπαίθρου τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Θεωρώ ότι η διάσωση αυτού του γλωσσικού ιδιώματος είναι ένας Εθνικός θησαυρός που πρέπει να διαφυλαχτεί σε μια κιβωτό. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει μόνο από συγγραφείς που θα την καταγράψουν στα βιβλία τους. Αυτό θα πρέπει να το αναλάβουν πανεπιστημιακοί και ακαδημαϊκοί, αλλά και γλωσσολόγοι. Όσο για τη γλωσσική ισορροπία, θέλω να πω ότι δεν ήταν πολύ δύσκολο για εμένα για τον απλούστατο λόγο ότι οι πρώτες συλλαβές που άκουσα και έμαθα ακόμα και όταν ήμουνα μέσα στην κοιλιά της μάνας μου ήταν 100% σε αυτή τη διάλεκτο γιατί και ο πατέρας μου ήταν ντόπιος στην καταγωγή του, όπως και το 95% των κατοίκων της Κρανιάς. Με αυτά τα δεδομένα η γλωσσική ισορροπία ήταν εύκολη.

Εκτός από πολυγραφότατος είστε και ένας δημιουργός ο οποίος αγαπά να πειραματίζεται με το κείμενο. Το βιβλίο σας “Ο Πουτιός παντρεύεται” είναι ουσιαστικά ένα σατυρικό έργο, το οποίο ομολογώ πως αγάπησα ιδιαίτερα κατά την ανάγνωση. Μάλιστα ανέβηκε και στο θέατρο. Μιλήστε μας για το αίσθημα του να βλέπετε το κείμενο σας στο σανίδι. Θα θέλατε να δείτε και άλλα έργα σας να ανεβαίνουν στο θέατρο;

Το σατιρικό έργο «Ο Πουτιός παντρεύεται» είναι το πρώτο στη σειρά έργο μου από τη στιγμή που αποφάσισα να εκτεθώ στο αναγνωστικό κοινό της πατρίδας μας. Κυκλοφόρησε το 2000 και είναι ένα απαύγασμα της ψυχής μου. Από μικρός άκουγα στην οικογένειά μου ιστορίες για χωριανούς άνδρες που είχαν εγκαταλείψει στο χωριό τις οικογένειές τους και μετανάστευσαν στην Αμερική για να γλιτώσουν από τη μάστιγα της φτώχειας και όλων των κακών που απορρέουν από αυτήν. Ένας τέτοιος ήταν ο σεβαστός μου θείος, ο αδερφός του μπαμπά μου, ο μπαρμπα-Γιάννης ο Σπρίντζιος, που το 1910, δεκαπεντάχρονο παιδί τότε, με τη συνοδεία και προστασία του θείου του μετανάστευσε στην Αμερική, δούλεψε στην αρχή πλένοντας πιάτα και σε λίγο τον εμπιστεύτηκαν στη θέση του αρχιμάγειρα. Πρόκοψε, έστελνε χρήματα στους γονείς του για τους οποίους έτρεφε βαθύ σεβασμό. Αυτός ο υπέροχος θείος έγινε για εμένα ο ήρωάς μου είχε φωλιάσει στην καρδιά μου, σχηματίζοντας εικόνες στο μυαλό μου, σκηνοθετησα στη διάνοιά μου μια κινηματογραφική ταινία για την όλη του διαδρομή. Κάποια στιγμή επιστρέφει στην Ελλάδα με ένα γερό για την εποχή κομπόδεμα και επειδή δεν είχε παντρευτεί τα προξενιά έπεφταν βροχή. Αυτή ήταν η σπίθα που άναψε και πυροδότησε τον εγκέφαλό μου να σχεδιάσει αυτή την ιστορία, διανθίζοντας την με λαογραφικά στοιχεία της εποχής που στηρίζονταν σε ήθη και έθιμα ενός λαού που αρνούνταν να αφήσει τις μακροχρόνιες του συνήθειες γιατί φοβόταν το τι θα πει ο κόσμος. Η άφιξη του Ποτιού ενθουσίασε τους πάντες. Ο ίδιος ήρθε αποφασισμένος να αλλάξει τα πάντα. Ήθελε να σπάσει τα δεσμά που κρατούσαν τη γυναίκα σκλάβα και στο περιθώριο και αυτό δεν μπορούσε κανένας άλλος να το κάνει, γιατί δε διέθετε την αποφασιστικότητα, την ακτινοβολία και το θάρρος να συγκρουστεί με το θεριό που στηρίζονταν στη λαϊκή υποστήριξη. Ο μπαρμπα-Μήτσος, ο πατέρας του Ποτιού, ξαφνιάζεται με τις απόψεις του ιδίου, αλλά η μητέρα του από την άλλη μεριά καμαρώνει για τον γιο τους. Ταυτόχρονα όμως ντρέπονται τον κόσμο, γιατί ήταν αδιανόητα αυτά που ήταν αποφασισμένος να κάνει, όπως π.χ. να φτιάξει τουαλέτα μέσα στο σπίτι. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα έργο αληθινό 100% και αξίζει να ανέβει στο σανίδι από έναν αξιόλογο σκηνοθέτη και να παράγει άφθονο γέλιο, αληθινό, πηγαίο, όπως προσέφερε όταν παίχτηκε από ένα περιφερειακό θέατρο στη γενέτειρά μου, στην γενέτειρα του Πουτιού, στην Κρανιά Ολύμπου και σκόρπισε γέλιο μέχρι δακρύων στο κατάμεστο θέατρο.

Από το σύνολο του έργου σας πιο είναι το βιβλίο εκείνο που αγαπάτε περισσότερο και γιατί;

Είναι λίγο δύσκολο για κάποιον συγγραφέα να απαντήσει στο ερώτημα αυτό, είναι σαν να ρωτάτε έναν πατέρα ποιο από τα παιδιά του αγαπά περισσότερο. Το κάθε παιδί είναι μία διαφορετική προσωπικότητα. Μπορεί κάπου να υστερεί έναντι των αδερφών του, αλλά υπάρχουν σημεία που υπερέχει των άλλων. Οπότε η πλάστιγγα ισορροπεί. Το κάθε βιβλίο μου μού είναι εξίσου αγαπητό. Το ένα είναι μεταρρυθμιστικό με άφθονο χιούμορ, το άλλο είναι ένα μεγάλο δραματικό έργο, το άλλο μία σύγχρονη τραγωδία. Σίγουρα το τελευταίο μου έργο, δηλαδή η διλογία «Για μια χαψιά ψωμί» είναι το έργο για το οποίο έχω να πω πάρα πολλά. Ένα έργο από το απαύγασμα της ψυχής μου, θεωρώ ότι είναι το καλύτερό μου. Θα αφήσω τους αναγνώστες καλύτερα να μιλήσουν. Θα ήθελα ωστόσο να τους προτρέψω να διαβάσουν αρκετές φορές τις σελίδες του εν λόγω βιβλίου 249 έως 267 καθώς είναι ένα κομμάτι που προσωπικά με εξαγνίζει την ψυχή μου και εξακολουθεί να με γαληνεύει και το απολαμβάνω όποτε το διαβάζω.

Τα βιβλία σας έχουν λάβει, τολμώ να πω, διθυραμβικές κριτές. Ποιες ξεχωρίζετε; Θεωρείτε πως οι κριτική κάνει καλύτερους τους δημιουργούς;

Είχα την τιμή τα βιβλία μου να τα μελετήσουν και να τα παρουσιάσουν σε πολλές πόλεις της Ελλάδος ανώτεροι επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίων, ειδικοί γλωσσολόγοι ,καθηγητές σχολών κ.τ.λ., όπως ο αείμνηστος καθηγητής κύριος Χρήστος Τσολάκης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, καθώς και οι καθηγητές Σωκράτης Δελιβογιατζής και
Βασίλης Κατσαρός, Καθηγητές του ΑΠΘ, Διεθνώς αναγνωρισμένοι για το επιστημονικό τους έργο. Ο πανευρωπαϊκά αναγνωρισμένος καθηγητής πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Εξαδάκτυλος με την επίσης πανεπιστημιακή γιατρό σύζυγό του, πολύγλωσσοι και οι δύο. Μου εκμυστηρεύτηκαν ότι επί ένα μήνα μελέτησαν τον Θεσσαλικό Μεσαίωνα και ξεσήκωσαν όλη την πλούσια και πολύγλωσση βιβλιοθήκη τους για να καταφέρουν να διεισδύσουν στα βάθη των ψυχών των ανθρώπινων χαρακτήρων που εμπλέκονται στην πολύ δύσκολη περιγραφή του βιασμού ενός αψεγάδιαστου κοριτσιού στη σκληρότατη και απάνθρωπη κοινωνία της θεσσαλικής υπαίθρου. Όλες αυτές οι απόψεις των σοβαρών επιστημόνων είναι η ανταμοιβή των κόπων μου και μου δίνουν το δικαίωμα να πω στον εαυτό μου ότι κάτι προσέφερα και εγώ στους συνανθρώπους μου κατά το σύντομο πέρασμά μου καθώς φιλοξενούμουν στον διαστημικό μας ταξιδευτή, τον πλανήτη Γη.

Δεν θα προσπεράσω τον φίλο μου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γερμανίας, Παναγιώτη Τερζόπουλο ο οποίος εκτός από τα διθυραμβικά του σχόλια για το έργο μου, έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες να διδαχτεί το έργο μου στο γερμανικό πανεπιστήμιο του Βερολίνου στο τμήμα ελληνικών σπουδών. Ομολογώ πως αναμένουμε να ευοδωθούν οι κόποι του.
Όσον αφορά για την κριτική και το εάν κάνει καλό ή κακό στον δημιουργό ευθέως σας απαντώ ότι αυτό εξαρτάται από την αντικειμενικότητα και τη γκρίνια του κρίνοντος. Ρόλο παίζει και ο αποδέκτης της κριτικής, οι αντοχές του και η ωριμότητά του και η παραδοχή του ότι δεν είναι αλάθητος μπορεί να τον ωφελήσει από μία όχι καλή κριτική και να βελτιωθεί. Αν αυτός καταφέρει και το παραδεχτεί δημοσίως και ευχαριστήσει τον κριτή του έργου του αυτό εκτιμάται από το κοινό και συνήθως του κάνει πολύ καλό.

Ποια βιβλία σας άλλαξαν τη ζωή; Ποιους συγγραφείς αγαπάτε;

Οι συγγραφείς που αγαπώ είναι σχεδόν όλοι τους ελληνικής καταγωγής, με πρώτο φυσικά τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με τον οποίο ταιριάζω και στο γλωσσικό ιδίωμα της ντοπιολαλιάς που κυριαρχούσε στη Θεσσαλία για πολλούς αιώνες. Αγαπώ, επίσης, τον τρόπο έκφρασης και γραφής πολλών σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων των τριών τελευταίων αιώνων που έχουν γράψει αριστουργήματα, όπως ο Καβάφης, ο Κρυστάλλης, ο Καρκαβίτσας, ο Παλαμάς, ο Βενέζης. Πριν από όλους αυτούς υπήρξαν οι ογκόλιθοι της Αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, όπως ο Όμηρος, ο Αριστοφάνης και τόσοι άλλοι που αναγνωρίζονται διεθνώς ως κορυφαίοι των κορυφαίων.

Πως βιώνετε την πανδημία και τις τόσες αλλαγές που έχει φέρει στη ζωή μας;

Όπως όλος ο κόσμος έτσι και εγώ βιώνω όλη αυτή τη λαίλαπα του πολυπρόσωπου ιού με αγωνία. Όχι μην αρρωστήσω εγώ αλλά μην αρρωστήσει κάποιο από τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Οι αλλαγές που έφερε ο ιός στις ζωές μας είναι αδιανόητες. Ο κόσμος όμως άλλαξε. Το lockdown καταδίκασε τους φτωχούς εργαζόμενους στην ψυχοφθόρα ανεργία. Ευτυχώς οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ευνοήθηκαν από τις Κυβερνήσεις τους που τους υποστήριξαν έστω και με μικρά εισοδήματα μέσω των οποίων κρατήθηκαν οι ευάλωτες ισορροπίες της κοινωνικής γαλήνης. Απορεί ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν συνάνθρωποί μας που ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει κορονοϊός. Μόνο όταν κάποιος αρρωστήσει από τον ιό καταλαβαίνει τη αλήθεια. Κανείς, όσο σκληρός και εάν είναι, δεν θέλει να κλείσει τον λαό στα σπίτια του, να σταματήσει τις δουλειές. Με την ευχή όλων μας ας ελπίσουμε ότι η επιστήμη θα θεραπεύσει όλο τον κόσμο που πλήττεται ανελέητα σε ολόκληρο τον πλανήτη. Κάτι που απ’ ότι φαίνεται ήδη πραγματοποιείται.

Συνέντευξη: nikolsway.com

Μπορείτε να διαβάσετε την άποψη των συνεργατών μας για τα βιβλία του κυρίου Σπρίντζιου στα παρακάτω link:

Ο αστροφυσικός της υπαίθρου, του Κώστα Σπρίντζιου

https://www.goodreads.com/book/show/25700659?from_search=true&from_srp=true&qid=EM2lP8KO0F&rank=1

Μπορείτε να βρείτε το τελευταίο βιβλίο του κυρίου Σπρίντζιου σε κάποιο από τα παρακάτω link:

https://www.veniamin.gr/product/gia-mia-chapsia-psomi/
https://www.ianos.gr/gia-mia-chapsia-psomi-0449190

Απαντήστε στο θέμα

Σχολιάστε πρώτοι!

Ενημέρωση για
avatar
wpDiscuz